Ο ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Ο ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ

Δημοσίευση από ΜΑΡΙΟΡΗ Την / Το Σαβ Ιαν 07, 2017 12:09 pm

ΤΑ ΛΙΜΑΝΑΚΙΑ


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Διασκευή του αρχικού διηγήματος*



Πού να θυμηθεί όλες τις παραγγελίες, ο καπετάν Ηλίας της Μπαμπλένως, που του είχανε φορτώσει οι καλοί συμπατριώτες του νησιού του!

Έπρεπε να θυμάται αυτά που του είπε ο Δελχαρόγιαννος ο Χασάπης, ή τα πράγματα που του ζήτησε ο γερο - Πανάς. Άλλος του 'χε δώσει λεφτά προκαταβολή για να του πάρει ένα τρυγολόγο, άλλος για ένα σουγιά, άλλος για να του πάρει πιάτα. Ο Γιάννης ο Αντώναρος του 'χε παραγγείλει μια σβάρνα, και η Μαργαρώ της Πασσίνας του 'χε δώσει λεφτά για να της ψωνίσει κουντούρες κόκκινες, δηλαδή  παντόφλες μυτερές. 

Αφού τα ψώνισε όλα, μπαρκάρισε στη μπρατσέρα κάπου τρεις τη νύχτα. 


Ξημέρωνε 30 Δεκεμβρίου. Λογάριαζε πως θα 'φτανε το βράδυ της παραμονής του Αη - Βασίλη στο μικρό νησάκι του, που ήτανε μακριά από το Βόλο, κάπου τριάντα μίλια. 

Του άρεσε πάντα να μην ταξιδεύει νύχτα, παρά μετά τα μεσάνυχτα μόνο, σαν θα 'χε μέρα μπροστά του, παρά τον καιρό και τα ενδεχόμενα. Καμιά φορά χρειαζότανε να πλησιάσει κανένα από τα αγαπημένα του λιμανάκια που βρισκόντουσαν μέσα στον κόλπο. Ήταν η Χοντρή Άμμος, το Ελαφοκλήσι, ο Αη -Σώστης, το Απάγκιο και ο Χαμογιαλός. Τώρα όμως έπρεπε να είναι την παραμονή του Αγίου Βασιλείου στο νησί, για να δώσει τις παραγγελίες και να γιορτάσουν όλοι χαρούμενοι την Πρωτοχρονιά. 

Κατά τις τρεις μετά τα μεσάνυχτα, σηκώθηκε πολύ δυνατός άνεμος. Για μεγαλύτερη σιγουριά, επειδή ακόμα δεν είχε βγει ήλιος, ο καπετάν Ηλίας άραξε στη Χοντρή Άμμο. 

Ο άνεμος κόπασε σε λίγη ώρα και ο καπετάνιος χωρίς να χάσει ώρα ξεκίνησε πάλι το ταξίδι προς το Τρίκερι. Ο ήλιος είχε αρχίσει να φαίνεται, όταν πάλι άρχισε δυνατός άνεμος. Ο καπετάν Ηλίας γύρισε και έριξε άγκυρα στο Ελαφοκλήσι, αλλά η ώρα περνούσε και ο άνεμος δε σταματούσε. Ο καπετάνιος σκεφτότανε τα εμπορεύματα. 

Κάθε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Λαμπρή, η βρατσέρα του έφτανε στο νησί γεμάτη ψώνια, για να γιορτάσει ο κόσμος τις μέρες αυτές. 

Ο Ηλίας της Μπαμπλένως ήταν τίμιος και ειλικρινής άνθρωπος. Μία μόνο απάτη είχε κάνει όταν ήταν πάρα πολύ νέος – το κρίμα του το είχε εξομολογηθεί τότε στον πνευματικό, κι από τότε το διηγιόταν σε πολλούς ανθρώπους. Με το δασκάλεμα ενός γεροντότερου, που φαινόταν να είναι έμπειρος σε τέτοιες δουλειές, είχαν κρατήσει για λογαριασμό τους  μερικές δεκάδες κεραμίδια από τα κεραμουργεία των Ωρεών.

Αλλά μόλος είχε γίνει η κλοπή, όταν έσκυψε ο Ηλίας να λύσει το σκοινί της φελούκας για να ανεβεί στο πλοίο, μια τεράστια σμέρνα πήδησε έξω από μια σχισμή βράχου ή κάποια φωλιά εκεί κοντά και του κατασπάραξε τα κρέατα στο δεξιό του αντιβραχίονα με τα τρομερά καθώς θηρίου δόντια της.

Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά για τον νεαρό τότε ναυτικό.

Η σμέρνα είχε σταλεί από το Θεό για να τον τιμωρήσει. Ακόμα και ύστερα από είκοσι χρόνια, ο Ηλίας έδειχνε τις ουλές από το φοβερό δάγκωμα σε όλους, σε όσους διηγιόταν το γεγονός αυτό, που ήταν εντελώς αληθινό, όπως φαίνεται.

Ευτυχώς, μετά την ανατολή του ήλιου, ο ανατολικός άνεμος άρχισε να ηρεμεί, κι έπειτα ησύχασε εντελώς. Ο καπετάν Ηλίας, που είχε βγει με τη βαρκούλα έξω στα λιγοστά βράχια που έκλειναν το λιμάνι στα ανατολικά, και κοίταζε να μαζέψει κοχύλια και πεταλίδες που έβοσκαν εκεί σε μεγάλο αριθμό, στον ίσκιο του βράχου της θάλασσας, με λύπη του άφησε το αγαπημένο του λιμανάκι – ήταν μια ποιητικότατη μικρή αγκαλιά της γης, όπου ημέρευαν τα άγρια κύματα και γυάλιζε γαλανή η θάλασσα – κι έβαλε πλώρη πάλι ανατολικά.

Τώρα θα έβγαινε πια στο ανοιχτό πέλαγος, κι ο Θεός βοηθός!

Πολύ χορευτικό και με απότομα σκαμπανεβάσματα ήταν εκείνο το πέρασμα.

Το πέλαγος, αχαλίνωτο, με τις λευκές χαίτες των κυμάτων να ορθώνονται και να αναπηδούν αδιάκοπα, πλέοντας σε έναν άγνωστο δρόμο προς τον ατέλειωτο υγρό κύκλο, πηγαίνοντας προς το άπειρο, προς την αιωνιότητα, αχόρταγο, είχε φάει πολλά σκάφη και σκελετούς, πολλά σκαριά πλοίων και πολλά κουφάρια ανθρώπων. Οι καλές νοικοκυράδες, οι ευλαβικές χριστιανές, γύρω στα χωριά και στα νησιά, μαγείρευαν θαυμάσια ροφούς, συναγρίδες και όλα τα μεγάλα νόστιμα ψάρια. Αλλά πού να δοκιμάσουν το φαγητό στη γεύση, να το δουν στο αλάτι! Εκείνα τα ψάρια ήταν πιθανό να είχαν γευτεί πνιγμένους ανθρώπους, και ποια καλή χριστιανή θα τα έβαζε ποτέ στο στόμα της!

Η μπρατσέρα, αφού παρέκαμψε το Τρίκκερι, και είχε απομακρυνθεί περίπου ένα μίλι στο πέλαγος, άρχισε να κουνιέται πολύ δυνατά στα πλευρά, από τα αριστερά στα δεξιά. Ο άνεμος είχε δυναμώσει και γύρισε σε Γραίγο (ΒΑ).

Ο κυβερνήτης πρόσταξε το ναύτη και το μούτσο του να ποδίσουν (να διακόψουν την πορεία), κι αφού έστριψαν μπήκαν στον Άι-Σώστη, στο λιμανάκι που είχε το όνομα του, κι έριξαν άγκυρα. Α! τώρα αντίκριζαν το ωραίο καταπράσινο νησί, που ήταν σαν παράδεισος φυτεμένος ανάμεσα στα τέσσερα πέλαγα, που το έβρεχαν όπως παλιά οι τέσσερις ποταμοί τον κήπο της Εδέμ.

Δε βρίσκονταν πια μακριά. Ήταν σε δέκα μίλια απόσταση, και να έσκαζε ο εχθρός, ως την άλλη μέρα, στις 31, όλοι οι άνεμοι θα ηρεμούσαν, και η μπρατσέρα θα έφτανε στο τέρμα της πορείας της.

Νύχτωσε κιόλας. Ο Ηλίας της Μπαμπλένως είχε αποφασίσει, πριν φέξει η άλλη μέρα, μετά τα μεσάνυχτα, κοντά στα χαράματα, να ξεκινήσει για το ποθητό τέρμα του ταξιδιού του.

Πράγματι, ο Άι-Σώστης τους βοήθησε, και δεν χρειάστηκε πια, όταν με το πρώτο φώς της αυγής ξεκίνησαν, να καταφύγουν και στα άλλα δύο λιμανάκια, ούτε στο Απάγκειο, ούτε στο Χαμογιαλό. Ήταν γαλήνη τις πρωινές ώρες. Αλλά το σκάφος δεν προχωρούσε. Για αυτό έδεσε το σκοινί με τη φελούκα. Ο καπετάν Ηλίας κι ο ναύτης του τραβούσαν κουπί και ρυμουλκούσαν το πλοίο. Μόνο ο μικρός μούτσος έμεινε πάνω στη βρατσέρα και κρατούσε το πηδάλιο.

Κατά κακή τύχη, όταν πλησίαζαν στη δυτική ακτή του νησιού, δυνατός πελαγίσιος άνεμος ήρθε πάλι από τα αριστερά, και το μικρό σκάφος άρχισε θλιβερά να κλυδωνίζεται. Ο Ηλίας της Μπαμπλένως κι ο ναύτης του έλυσαν το σκοινί, ανέβηκαν στη μπρατσέρα και πήραν στα χέρια τους τα ξάρτια και το πηδάλιο. Κατέβασαν τα πανιά, και το σκάφος έμεινε να ταξιδεύει χωρίς αυτά.

Να περάσει κανείς όλο τον κόλπο και το πέλαγος, να αράξει σε τρία λιμανάκια – στη Χονδρή Άμμο, στο Ελαφοκλήσι και στον Άι-Σώστη – και μόνο στο Απάγκειο και στο Χαμόγιαλο να μην καταφύγει – να φτάσει κάτω από την Σκιάθο, κι αντί να σε προστατέψει η χαριτωμένη ακτή του ωραίου νησιού, να σε κλυδωνίζει και να σε χορεύει διαβολικό χορό ο πελαγίσιος άνεμος! Και μάλιστα να ξημερώνει Πρωτοχρονιά, και να κοντεύει η μέρα της παραμονής να βραδιάσει! Ε, αυτό ήταν μεγάλη ατυχία, πρέπει να το παραδεχτούμε.

Και αν μπορούσε τουλάχιστον ο καπετάν Ηλίας, όπως έσωσε τον εαυτό του, τους ανθρώπους και το σκάφος, να σώσει όλες τις παραγγελίες και τα εμπορεύματα! Αλίμονο! Πρώτη φορά στη ζωή του βρέθηκε στη σκληρή ανάγκη να ρίξει ένα μέρος του φορτίου στη θάλασσα! Και πρώτα έριξε στο βυθό κοντά στην ακτή τρία βαρέλια ρούμι, που ήταν όμως βέβαιος πως θα βρίσκονταν σχεδόν απείραχτα την άλλη μέρα, όταν θα έπαυε η τρικυμία.

Η μπρατσέρα πάλευε, μόλις δύο μίλια μακριά από το λιμάνι, αντίκρυ σε μια απόκρημνη ακτή, ωστόσο δεν μπορούσε να πλησιάσει. Έπειτα έριξε στη θάλασσα ένα σακί με ρύζι και δυο κασόνια με σαπούνια. Το αμπάρι άδειασε αρκετά, και ξαλάφρωσε το σκάφος.

Ας έσωζε τουλάχιστον τις παραγγελίες! Αλλά πίσω στην καμπίνα, κοντά στα άλλα ψώνια, ήταν ένα πακέτο από χαρτόνι γεμάτο βαριά σίδερα, εργαλεία, κι από πάνω, ένα ψαλίδι που το είχε παραγγείλει στον καπετάν Ηλία να της το φέρει από το Βόλο η Μαριώ η Μαλλίνα. Ο ναύτης, σύμφωνα με τη διαταγή του κυβερνήτη, έριξε αυτό το βαρύ πράγμα στη θάλασσα. Και μαζί με τα άλλα σίδερα, πήγε και το ψαλίδι στον πάτο. Αχ και να το έβλεπε η Μαριώ η Μαλλίνα, πως καταποντίστηκε έτσι το ψαλίδι της, πόσα θα έκοβε η γλώσσα της ενάντια στον καπετάν Ηλία.

Αλλά, πάνω από τα σίδερα και το ψαλίδι, στο ίδιο πακέτο, ήταν και οι κόκκινες μυτερές παντόφλες της Μαργαρώς της Πασσίνας, οι κουντούρες. Από απροσεξία του ναύτη, πήγαν κι οι παντόφλες μαζί με τα σίδερα. Ο καπετάν Ηλίας πρόλαβε και τις είδε για μια στιγμή, σαν να είχαν φτερά, να χοροπηδούν, πριν βυθιστούν στο κύμα. Αχ, πόσο λυπήθηκε! Και τι θα έλεγε στη γειτόνισσά του, τη Μαργαρώ της Πασσίνας;

Το μόνο πράγμα από όλες τις παραγγελίες που σκόπιμα το έριξαν στη θάλασσα, ήταν η «σβάρνα», σαν σχεδία για τη στεριά από χοντρές σανίδες δεμένες με σίδερα, που αγοράστηκε σύμφωνα με την παραγγελία του ζευγολάτη, του Γιάννη του Αντώναρου. Και την ώρα που η μπρατσέρα άρχισε, τελικά, να προστατεύεται από τον άνεμο, και να μπαίνει στο λιμάνι, στο ηλιοβασίλεμα, ενώ προσπερνούσε το Καλαμάκι, τον κάβο που κλείνει από τα δυτικά το λιμάνι, ο καπετάν Ηλίας νόμισε πως έβλεπε μια κάπα και μια ανθρώπινη κατατομή, να στέκει πάνω στο βράχο και να χειρονομεί προς το μέρος της μπρατσέρας. Πίστεψε πως θα ήταν ο Γιάννης ο Αντώναρος, που θα ρωτούσε, βέβαια, από μακριά τον κυβερνήτη αν του έφερε τη σβάρνα. Αλλά τη φωνή την έπαιρνε ο άνεμος.

Όταν όμως η μπρατσέρα πλησίασε, μόλις νύχτωσε, στον βράχο του Επάνω Μαχαλά, ο Ηλίας της Μπαμπλένως άκουσε καθαρά τη διαπεραστική φωνή της Μαργαρώς της Πασσίνας, της γειτόνισσας του:

-Θυμήθηκες να μου φέρεις τις κουντούρες, καπετάν Ηλία;

(1907)


*Το αυθεντικό διήγημα του Παπαδιαμάντης μπορεί κανείς να το διαβάσει κάνοντας κλικ εδώ:

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/378-04-28-ta-limanakia-1907

όπως ακριβώς πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΝΕΑ ΖΩΗ, πιθανότατα στα 1907, δηλαδή εκατό και περισσότερα χρόνια πριν, τότε που έζησε και εκείνος που το έγραψε, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ακριβώς γι' αυτό χρειάστηκε να το δημοσιεύσουμε σε διασκευή ώστε να μπορούν να το διαβάσουν τα σημερινά παιδιά και να μη σταθεί εμπόδιο αφενός η γλώσσα του Παπαδιαμάντη και αφετέρου το παλιό σύστημα τονισμού αλλά και ορθογραφίας. 

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης πέθανε σαν σήμερα, στις 3 Ιανουαρίου 1911. Είχε γεννηθεί στις 4 Μαρτίου του 1851, στη Σκιάθο και το χρόνο που μόλις τελείωσε, το 2011, ονομάστηκε προς τιμήν του έτος Παπαδιαμάντη, αφού συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από το θάνατό του και 160 από τη γέννησή του. 

Ο Παπαδιαμάντης έμεινε στην ιστορία της λογοτεχνίας ως  "ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων", τίτλος που οφείλεται όχι μόνο σε όσα απέπνεε η μορφή του:


αλλά και συνολικά η ζωή μα και το έργο του. Μάλιστα ένας άλλος κορυφαίος ποιητής μας, ο Οδυσσέας Ελύτης, είπε το εξής χαρακτηριστικό:

"Όπου και αν σας βρει το κακό αδερφοί, 
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και 
μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη."

Με λίγα λόγια ο Παπαδιαμάντης είναι για τους Έλληνες ότι για τους χριστιανούς ένας σπουδαίος άγιος που και μόνο το όνομά του σε δύσκολες ώρες αρκεί για να σου δώσει δύναμη, πχ ο άγιος Νικόλαος για τους ναυτικούς. Έτσι και ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων, ο κυρ Αλέξανδρος από τη Σκιάθο. 

Τα πρώτα του χρόνια τα έζησε στο νησί του, ο πατέρας του ήταν ιερέας και ο Αλέξανδρος ήταν ένα από τα 9 παιδιά της οικογένειας. Εκεί έμαθε και τα πρώτα γράμματα αλλά και γαλουχήθηκε στον χριστιανικό τρόπο ζωής, ακολουθώντας τον πατέρα του στις εκκλησίες και στα ξωκλήσια του νησιού και παίρνοντας συστηματικά μέρος στα διάφορα χριστιανικά έθιμα. 

Αργότερα τον έστειλαν να σπουδάσει στο Γυμνάσιο της Χαλκίδας και μετά στον Πειραιά. Ήταν όμως πολύ φτωχός και οι στερήσεις τον ανάγκασαν να τελειώσει το Γυμνάσιο σε μεγάλη ηλικία καθώς ήταν υποχρεωμένος παράλληλα να εργάζεται για να βγάζει το ψωμί του. Ήταν λοιπόν 23 ετών όταν τελείωσε την Δ' Γυμνασίου εκείνης της εποχής και αμέσως μετά, το 1874,  γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, στη Φιλοσοφική Σχολή. Άκουσε εκεί αρκετά μαθήματα αλλά δεν πήρε ποτέ πτυχίο, για τους λόγους που είπαμε και πριν. Παράλληλα μελετούσε μόνος του ξένες γλώσσες και έμαθε Αγγλικά και Γαλλικά, τόσο καλά που λίγοι άνθρωποι στην εποχή του γνώριζαν. 

Από μικρός ασχολιόταν με τη ζωγραφική και το γράψιμο. Στα 1879, σε ηλικία 28 ετών, δημοσίευσε σε περιοδικό της εποχής το πρώτο του μυθιστόρημα που λεγόταν "Η μετανάστις" και λίγο αργότερα τους "Εμπόρους των Εθνών". Κατόπιν αφοσιώθηκε αποκλειστικά στο γράψιμο διηγημάτων όπου και διέπρεψε. Όσα και να πει κάποιος για τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, λίγα θα είναι. Θεωρείται και είναι ο κορυφαίος στο είδος αυτό της λογοτεχνίας. 

Η γλώσσα βέβαια που έγραψε σήμερα μας φαίνεται δύσκολη μα με λίγη καλή προσπάθεια μπορεί κάποιος να διαβάσει Παπαδιαμάντη από το πρωτότυπο και από κάθε άποψη αξίζει τον κόπο. Σήμερα κυκλοφορούν αρκετά διηγήματά του και σε διασκευή ώστε να μπορούν εύκολα οι άνθρωποι και ιδίως τα παιδιά να διαβάσουν Παπαδιαμάντη μα όπως και να το κάνουμε η διασκευή στερεί μεγάλο μέρος της ποιότητας του αρχικού έργου. Και προσωπικά θα καταθέσω ότι παρά τη δύσκολη γλώσσα του Παπαδιαμάντη κατάφερα σε ηλικία δέκα ετών να διαβάσω όλα σχεδόν τα έργα του. Θεωρώ ότι ήταν το καλύτερο δώρο που έκανα ποτέ στον εαυτό μου. Και εύχομαι το ίδιο δώρο να κάνει και κάθε σημερινό παιδί στο δικό του εαυτό. 

Ο Παπαδιαμάντης έζησε αρκετά χρόνια στην Αθήνα και έβγαζε τα απαραίτητα για τη ζωή του γράφοντας σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Παράλληλα έκανε και μεταφράσεις. Πάντα όμως τα οικονομικά του ήταν δύσκολα, όχι μόνο γιατί δεν πληρωνόταν καλά αλλά και γιατί δε διαχειριζόταν σωστά αυτά τα λεφτουδάκια που έπαιρνε. Λένε πολλά για εκείνον στο θέμα αυτό. Πως κάποτε του πρότειναν μισθό 150 δραχμών (μεγάλο ποσό για την εποχή) κι εκείνος απάντησε ότι είναι πολλά και πως του φτάνουν μόνο 100! Επίσης δεν προλάβαινε να πληρωθεί και άρχιζε να μοιράζει χρήματα στους φτωχούς και να στέλνει στην οικογένειά του στη Σκιάθο. Έτσι σε λίγες μέρες έμενε απένταρος! 

Ο Παπαδιαμάντης ήταν λιτοδίαιτος και κυκλοφορούσε ντυμένος πολύ φτωχικά. Τόσο που κάποτε ένας εθνικός ευεργέτης τον είδε στο δρόμο και περνώντας τον για ζητιάνο λίγο έλειψε να τον ελεήσει. Τελευταία στιγμή τον πρόλαβε κάποιος και του είπε: "Τι πας να κάνεις; Είναι ο Παπαδιαμάντης!" 

Οι άνθρωποι σύντομα αναγνώρισαν την αξία του Παπαδιαμάντη και τα διηγήματα που έγραφε ήταν περιζήτητα από τα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής. Εκείνος όμως ζούσε μοναχικά και απόκοσμα, σαν καλόγερος. Μάλιστα στις αγαπημένες του ασχολίες ήταν να ψέλνει σε ένα μικρό εκκλησάκι της Αθήνας, τον Άγιο Ελισαίο, παρέα με τον εξάδελφό του, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, που κι εκείνος ήταν λογοτέχνης όχι όμως του ύψους του Παπαδιαμάντη. 

Ο τρόπος ζωής του δημιούργησε σιγά σιγά αρκετά προβλήματα υγείας. Μάλιστα να προσθέσουμε ότι του άρεσε πολύ και το κρασάκι και συχνά τα έτσουζε. Έτσι στα 57 του χρόνια αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στο νησί του, για να τον φροντίσουν εκεί οι αδερφές του. Δε θέλησε να μπει σε νοσοκομείο, όπως οι καλοί του φίλοι και μεγάλοι λογοτέχνες της εποχής, τον συμβούλευαν. Η ζωή της Αθήνας τον είχε κουράσει. Πίστευε ότι η ζωή στην αγαπημένη του Σκιάθο και η οποία κυριαρχεί στα διηγήματά του, θα τον έκανε καλά. Δυστυχώς ήταν αρκετά κλονισμένη η υγεία του και μόλις τρία χρόνια αργότερα, στις 3 Ιανουαρίου 1911, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης άφησε τη στερνή πνοή του. 

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε ολόκληρη την Ελλάδα, ακόμη και στο εξωτερικό, όπου ήταν ήδη γνωστός ως κορυφαίος διηγηματογράφος. Έγιναν πολλά φιλολογικά μνημόσυνα για εκείνον και στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, ακόμη και στην Αλεξάνδρεια και στην Κωνσταντινούπολη που ζούσαν τότε πολλοί Έλληνες. 

Όσο ζούσε ο Παπαδιαμάντης τα έργα του δεν είχαν εκδοθεί σε βιβλίο. Όμως λίγα χρόνια μετά το θάνατό του οι εκδοτικοί οίκοι ξεκίνησαν να εκδίδουν έργα του Παπαδιαμάντη και τα οποία γίνονταν ανάρπαστα. Στα 1924 μάλιστα εκδόθηκαν και τα Άπαντα του συγγραφέα από τον Ελευθερουδάκη. Από τότε και μέχρι σήμερα η λογοτεχνική αξία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη όχι μόνο συνεχίζει να θεωρείται μεγάλη αλλά και διαρκώς μεγαλώνει! Παρόμοιο φαινόμενο στα ελληνικά γράμματα δεν έχουμε. Κι άλλοι σπουδαίοι λογοτέχνες πέρασαν και αρκετοί ξεχάστηκαν κιόλας. Μα σαν τον Παπαδιαμάντη κανένας! 

Αρκεί κανείς να σκύψει στα έργα του για να καταλάβει το γιατί. Να νιώσει τη μαγεία του λόγου του. Τέτοια που να θεωρείται ποιητής αν και κυρίως έγραψε σε πεζό λόγο. 

Σήμερα αρκετά έργα του Παπαδιαμάντη έχουν παιχτεί στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση. Από τα πρώτα ήταν Οι έμποροι των εθνών, που παίχτηκε από την κρατική τηλεόραση στα πρώτα της κιόλας βήματα και έκανε γνωστό τον Παπαδιαμάντη ακόμη και στους απλούς ανθρώπους που δε διαβάζουν βιβλία. Και πρόσφατα όμως γυρίστηκε σε ταινία "Η νοσταλγός" που θεωρείται από κάποιους το αριστούργημά του. Προσωπικά το κορυφαίο του έργο θεωρώ πως είναι "Η φόνισσα", διήγημα πολυσέλιδο, διαμάντια όμως είναι και κάποια από τα μικρά του διηγήματα όπως:

Το μοιρολόγι της φώκιας, Το αστεράκι, Το άνθος του γιαλού, Ο έρωτας στα χιόνια, Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη, Δώρα πτερόεντα, Βασιλική δρυς και πολλά άλλα... 



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΡΘΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΟΙ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑΣ

ΜΑΡΙΟΡΗ
Εκτάκι
Εκτάκι

Αριθμός μηνυμάτων : 312
Registration date : 21/11/2007

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης